Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τάπα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το πώμα Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάστο μπάσκετ: η ενέργεια όπου ένας παίκτης, συνήθως αμυντικός, σταματά στον αέρα την προσπάθεια αντιπάλου κατά την οποία έχει σουτάρει προς το καλάθι και η μπάλα βρίσκεται σε ανοδική τροχιά προς αυτό Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάη αποστομωτική απάντηση Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάο χαρακτηρισμός για πολύ κοντό άνθρωπο Βικιλεξικό
    • […] με αποτέλεσμα να μείνω, όπως κι οι περισσότεροι συνομήλικοί μου, κοντός σαν τάπα.

Ετυμολογία

τάπα < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτάπατάπες
Γενικήτάπας—
Αιτιατικήτάπατάπες
Κλητικήτάπατάπες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →