τάπα
•
- το πώμα Βικιλεξικό
- μεταφορικάστο μπάσκετ: η ενέργεια όπου ένας παίκτης, συνήθως αμυντικός, σταματά στον αέρα την προσπάθεια αντιπάλου κατά την οποία έχει σουτάρει προς το καλάθι και η μπάλα βρίσκεται σε ανοδική τροχιά προς αυτό Βικιλεξικό
- μεταφορικάη αποστομωτική απάντηση Βικιλεξικό
- μεταφορικάο χαρακτηρισμός για πολύ κοντό άνθρωπο Βικιλεξικό
- […] με αποτέλεσμα να μείνω, όπως κι οι περισσότεροι συνομήλικοί μου, κοντός σαν τάπα.
Ετυμολογία
τάπα < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τάπα | τάπες |
| Γενική | τάπας | — |
| Αιτιατική | τάπα | τάπες |
| Κλητική | τάπα | τάπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →