τέζα
•
- τεντωμένος, τσιτωμένος Βικιλεξικό
- μεταφορικάακίνητος, ξαπλωμένος Βικιλεξικό
- μεταφορικάνεκρός, πεθαμένος Βικιλεξικό
- μεταφορικάμεθυσμένος Βικιλεξικό
- μεταφορικάγεμισμένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τέζα < (άμεσο δάνειο) ιταλική tesa < teso < λατινική tensus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος tendo < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ten- (τείνω)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →