Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ατεζάριστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει τεζαριστεί, δεν έχει τεντωθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ατεζάριστος < α- + τεζάρ(ω) + -ιστος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατεζάριστοςατεζάριστηατεζάριστο
Γενικήατεζάριστουατεζάριστηςατεζάριστου
Αιτιατικήατεζάριστοατεζάριστηατεζάριστο
Κλητικήατεζάριστεατεζάριστηατεζάριστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατεζάριστοιατεζάριστεςατεζάριστα
Γενικήατεζάριστωνατεζάριστωνατεζάριστων
Αιτιατικήατεζάριστουςατεζάριστεςατεζάριστα
Κλητικήατεζάριστοιατεζάριστεςατεζάριστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →