ταβερνούλα
•
- υποκοριστικόμικρή ταβέρνα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταβερνούλα < ταβέρν(α) + υποκοριστικό επίθημα -ούλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταβερνούλα | ταβερνούλες |
| Γενική | ταβερνούλας | — |
| Αιτιατική | ταβερνούλα | ταβερνούλες |
| Κλητική | ταβερνούλα | ταβερνούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →