Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταβερνούλα

/ta.veɾˈnu.la/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. υποκοριστικόμικρή ταβέρνα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ταβερνούλα < ταβέρν(α) + υποκοριστικό επίθημα -ούλα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήταβερνούλαταβερνούλες
Γενικήταβερνούλας—
Αιτιατικήταβερνούλαταβερνούλες
Κλητικήταβερνούλαταβερνούλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →