ταιριαστός
•
- που ταιριάζει με κάποιον άλλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταιριαστός < ταιριάζω, ταιριασ- + -τός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ταιριαστός | ταιριαστή | ταιριαστό |
| Γενική | ταιριαστού | ταιριαστής | ταιριαστού |
| Αιτιατική | ταιριαστό | ταιριαστή | ταιριαστό |
| Κλητική | ταιριαστέ | ταιριαστή | ταιριαστό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ταιριαστοί | ταιριαστές | ταιριαστά |
| Γενική | ταιριαστών | ταιριαστών | ταιριαστών |
| Αιτιατική | ταιριαστούς | ταιριαστές | ταιριαστά |
| Κλητική | ταιριαστοί | ταιριαστές | ταιριαστά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →