τακτική
•
- συντονισμένες (και προσχεδιασμένες) ενέργειες που αποσκοπούν στην επίτευξη κάποιου στόχου Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςσυντονισμένες κινήσεις στρατιωτικών δυνάμεων, ελιγμοί και μέθοδοι που χρησιμοποιούνται σε μια μάχη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τακτική < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τακτική, θηλυκό του τακτικός < τάσσω (& σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική tactique)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τακτική | τακτικές |
| Γενική | τακτικής | τακτικών |
| Αιτιατική | τακτική | τακτικές |
| Κλητική | τακτική | τακτικές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →