τακτικός
•
- με σύστημαπου του αρέσει η τάξη Βικιλεξικό
- με σύστημαπου χαρακτηρίζεται από τάξη και συστηματικότητα Βικιλεξικό
- με σύστημαπου αποτελεί μέρος μιας τακτικής Βικιλεξικό
- τακτικός ελιγμός
- σχετικά με το χρόνοπου συμβαίνει ανά τακτά προκαθορισμένα χρονικά διαστήματα Βικιλεξικό
- η τακτική ετήσια γενική συνέλευση του σωματείου
- Ο Παντελής, τακτικός, ανέβαινε κάθε πρωί, και δεν ήξερε τι να κάνει. (Δημήτρης Χατζής, Ανυπεράσπιστοι)
- σχετικά με το χρόνοσυχνός Βικιλεξικό
- οι τακτικές επισκέψεις του φίλου μας στο γιατρό μάς ανησυχούσαν
- σταθερότηταο μόνιμος, αυτός που παραμένει πάγιος και σταθερός σε μια θέση για την εκπλήρωση των καθηκόντων του, που κατέχει οργανική σχέση Βικιλεξικό
- όταν ολοκληρωθεί η διαδικασία ανάδειξης τακτικών μελών, το συλλογικό όργανο της διοίκησης αποκτά νομική υπόσταση
- σταθερότητασυνεπής στις υποχρεώσεις Βικιλεξικό
- ήταν τακτικός στις πληρωμές του, ποτέ δεν καθυστέρησε καμία δόση
- γραμματικήτακτικό αριθμητικό: που δηλώνει τη θέση σε μια σειρά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τακτικός < αρχαία ελληνική τακτικός < τάσσω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική ordinaire ή (σημασιολογικό δάνειο) γερμανική ordentlich)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τακτικός | τακτική | τακτικό |
| Γενική | τακτικού | τακτικής | τακτικού |
| Αιτιατική | τακτικό | τακτική | τακτικό |
| Κλητική | τακτικέ | τακτική | τακτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τακτικοί | τακτικές | τακτικά |
| Γενική | τακτικών | τακτικών | τακτικών |
| Αιτιατική | τακτικούς | τακτικές | τακτικά |
| Κλητική | τακτικοί | τακτικές | τακτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →