ταλαντώνομαι
•
- φυσικήκινούμαι ρυθμικά και επαναλαμβανόμενα από τη μια μεριά στην άλλη και εναλλάξ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταλαντώνομαι < αρχαία ελληνική ταλαντόομαι / ταλαντοῦμαι < τάλαντον < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *tl̥h₂ent- < *telh₂- (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική osciller)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ταλαντώνομαι | ταλαντώνεσαι | ταλαντώνεται | ταλαντωνόμαστε | ταλαντώνεστε | ταλαντώνονται |
| Παρατατικός | ταλαντωνόμουν / ταλαντωνόμουνα | ταλαντωνόσουν / ταλαντωνόσουνα | ταλαντωνόταν / ταλαντωνότανε | ταλαντωνόμασταν / ταλαντωνόμαστε | ταλαντωνόσασταν / ταλαντωνόσαστε | ταλαντωνόντουσαν / ταλαντώνονταν |
| Αόριστος | ταλαντώθηκα | ταλαντώθηκες | ταλαντώθηκε | ταλαντωθήκαμε | ταλαντωθήκατε | ταλαντωθήκαν / ταλαντωθήκανε / ταλαντώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα ταλαντωθώ / θα ταλαντώνομαι | θα ταλαντωθείς / θα ταλαντώνεσαι | θα ταλαντωθεί / θα ταλαντώνεται | θα ταλαντωθούμε / θα ταλαντωνόμαστε | θα ταλαντωθείτε / θα ταλαντώνεστε | θα ταλαντωθούν / θα ταλαντωθούνε / θα ταλαντώνονται |
| Παρακείμενος | έχω ταλαντωθεί | έχεις ταλαντωθεί | έχει ταλαντωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ταλαντωθεί | είχες ταλαντωθεί | είχε ταλαντωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ταλαντωθεί / να ταλαντωθώ / να ταλαντώνομαι | να έχεις ταλαντωθεί / να ταλαντωθείς / να ταλαντώνεσαι | να έχει ταλαντωθεί / να ταλαντωθεί / να ταλαντώνεται | να ταλαντωθούμε / να ταλαντωνόμαστε | να ταλαντωθείτε / να ταλαντώνεστε | να ταλαντωθούν / να ταλαντωθούνε / να ταλαντώνονται |
| Προστακτική | — | ταλαντώνου / ταλαντώσου | — | — | ταλαντωθείτε / ταλαντώνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →