Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταλαντώνομαι

ρήμα
•
  1. φυσικήκινούμαι ρυθμικά και επαναλαμβανόμενα από τη μια μεριά στην άλλη και εναλλάξ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ταλαντώνομαι < αρχαία ελληνική ταλαντόομαι / ταλαντοῦμαι < τάλαντον < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *tl̥h₂ent- < *telh₂- (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική osciller)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςταλαντώνομαιταλαντώνεσαιταλαντώνεταιταλαντωνόμαστεταλαντώνεστεταλαντώνονται
Παρατατικόςταλαντωνόμουν / ταλαντωνόμουναταλαντωνόσουν / ταλαντωνόσουναταλαντωνόταν / ταλαντωνότανεταλαντωνόμασταν / ταλαντωνόμαστεταλαντωνόσασταν / ταλαντωνόσαστεταλαντωνόντουσαν / ταλαντώνονταν
Αόριστοςταλαντώθηκαταλαντώθηκεςταλαντώθηκεταλαντωθήκαμεταλαντωθήκατεταλαντωθήκαν / ταλαντωθήκανε / ταλαντώθηκαν
Μέλλονταςθα ταλαντωθώ / θα ταλαντώνομαιθα ταλαντωθείς / θα ταλαντώνεσαιθα ταλαντωθεί / θα ταλαντώνεταιθα ταλαντωθούμε / θα ταλαντωνόμαστεθα ταλαντωθείτε / θα ταλαντώνεστεθα ταλαντωθούν / θα ταλαντωθούνε / θα ταλαντώνονται
Παρακείμενοςέχω ταλαντωθείέχεις ταλαντωθείέχει ταλαντωθεί———
Υπερσυντέλικοςείχα ταλαντωθείείχες ταλαντωθείείχε ταλαντωθεί———
Υποτακτικήνα έχω ταλαντωθεί / να ταλαντωθώ / να ταλαντώνομαινα έχεις ταλαντωθεί / να ταλαντωθείς / να ταλαντώνεσαινα έχει ταλαντωθεί / να ταλαντωθεί / να ταλαντώνεταινα ταλαντωθούμε / να ταλαντωνόμαστενα ταλαντωθείτε / να ταλαντώνεστενα ταλαντωθούν / να ταλαντωθούνε / να ταλαντώνονται
Προστακτική—ταλαντώνου / ταλαντώσου——ταλαντωθείτε / ταλαντώνεστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →