ταμένος
•
- αυτός που αποτελεί αντικείμενο τάματος στο Θεό η σε άγιο Βικιλεξικό
- Την είχαν ταμένη στην Αγία Βαρβάρα.
- ο αφιερωμένος σε (ιερό) σκοπό ή ιδέα Βικιλεξικό
- Είναι ταμένος αντικομφορμιστής.
- Δεν είναι λίγοι και αυτοί που διασχίζουν θάλασσες ταμένοι από καιρό, αδιαφορώντας αν θα φιλά την πρύμνη του κακόβουλο το κύμα ή αν μέσα στ'άρμενα τ'αγέρι το σφοδρό δεν πνέει πρίμα, γιατί πιστεύουν δυνατά πως ο Άγιος που τους τραβά έχει τη δύναμη και τα στοιχειά τα φυσικά σαν τις ψυχές να γαληνεύει. (Ευστράτιος Δήσσος, Το Ιστορικό και τα Θαύματα του Ταξιάρχη Μανταμάδου, 2019)
Ετυμολογία
ταμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος τάζω
Άλλοι τύποι
ταμέναταμένεταμένεςταμένηταμένηςταμένοταμένοιταμένοςταμένουταμένουςταμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →