Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταμιευτήριο

/ta.mi.eˈfri.ɾi.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. οικονομίατράπεζα όπου οι καταθέσεις επενδύονται στο δημόσιο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ταμιευτήριο < ελληνιστική κοινή ταμιευτήριον, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική caisse d'épargne. Μορφολογικά αναλύεται σε ταμιεύ(ω) + -τήριο.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήταμιευτήριοταμιευτήρια
Γενικήταμιευτήριου / ταμιευτηρίουταμιευτηρίων
Αιτιατικήταμιευτήριοταμιευτήρια
Κλητικήταμιευτήριοταμιευτήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →