ταμιευτήριο
•
- οικονομίατράπεζα όπου οι καταθέσεις επενδύονται στο δημόσιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταμιευτήριο < ελληνιστική κοινή ταμιευτήριον, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική caisse d'épargne. Μορφολογικά αναλύεται σε ταμιεύ(ω) + -τήριο.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταμιευτήριο | ταμιευτήρια |
| Γενική | ταμιευτήριου / ταμιευτηρίου | ταμιευτηρίων |
| Αιτιατική | ταμιευτήριο | ταμιευτήρια |
| Κλητική | ταμιευτήριο | ταμιευτήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →