ταμιευτικός
•
- που έχει σχέση με την ταμίευση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταμιευτικός < ταμιεύω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ταμιευτικός | ταμιευτική | ταμιευτικό |
| Γενική | ταμιευτικού | ταμιευτικής | ταμιευτικού |
| Αιτιατική | ταμιευτικό | ταμιευτική | ταμιευτικό |
| Κλητική | ταμιευτικέ | ταμιευτική | ταμιευτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ταμιευτικοί | ταμιευτικές | ταμιευτικά |
| Γενική | ταμιευτικών | ταμιευτικών | ταμιευτικών |
| Αιτιατική | ταμιευτικούς | ταμιευτικές | ταμιευτικά |
| Κλητική | ταμιευτικοί | ταμιευτικές | ταμιευτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →