Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταμιευτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ταμίευση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ταμιευτικός < ταμιεύω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήταμιευτικόςταμιευτικήταμιευτικό
Γενικήταμιευτικούταμιευτικήςταμιευτικού
Αιτιατικήταμιευτικόταμιευτικήταμιευτικό
Κλητικήταμιευτικέταμιευτικήταμιευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήταμιευτικοίταμιευτικέςταμιευτικά
Γενικήταμιευτικώνταμιευτικώνταμιευτικών
Αιτιατικήταμιευτικούςταμιευτικέςταμιευτικά
Κλητικήταμιευτικοίταμιευτικέςταμιευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →