ταμιεύω
•
- κατ’ επέκτασηδημιουργώ αποθέματα Βικιλεξικό
- Εκτελώ χρέη ταμία, είμαι ταμίας, διαχειρίζομαι το ταμείο. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταμιεύω < αρχαία ελληνική ταμιεύω < ταμίας < τέμνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *tm̥-n-h₂- < *temh₂- (κόβω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ταμιεύω | ταμιεύεις | ταμιεύει | ταμιεύουμε | ταμιεύετε | ταμιεύουν / ταμιεύουνε |
| Παρατατικός | ταμίευα | ταμίευες | ταμίευε | ταμιεύαμε | ταμιεύατε | ταμίευαν / ταμιεύαν / ταμιεύανε |
| Αόριστος | ταμίευσα | ταμίευσες | ταμίευσε | ταμιεύσαμε | ταμιεύσατε | ταμίευσαν / ταμιεύσαν / ταμιεύσανε |
| Μέλλοντας | θα ταμιεύσω / θα ταμιεύω | θα ταμιεύεις / θα ταμιεύσεις | θα ταμιεύει / θα ταμιεύσει | θα ταμιεύουμε / θα ταμιεύσουμε | θα ταμιεύετε / θα ταμιεύσετε | θα ταμιεύουν / θα ταμιεύουνε / θα ταμιεύσουν / θα ταμιεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ταμιεύσει | έχεις ταμιεύσει | έχει ταμιεύσει | έχουμε ταμιεύσει | έχετε ταμιεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ταμιεύσει | είχες ταμιεύσει | είχε ταμιεύσει | είχαμε ταμιεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ταμιεύσει / να ταμιεύσω / να ταμιεύω | να έχεις ταμιεύσει / να ταμιεύεις / να ταμιεύσεις | να έχει ταμιεύσει / να ταμιεύει / να ταμιεύσει | να έχουμε ταμιεύσει / να ταμιεύουμε / να ταμιεύσουμε | να έχετε ταμιεύσει / να ταμιεύετε / να ταμιεύσετε | να ταμιεύουν / να ταμιεύουνε / να ταμιεύσουν / να ταμιεύσουνε |
| Προστακτική | — | ταμίευε / ταμίευσε | — | — | ταμιεύετε / ταμιεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →