ταμπουρώνω
•
- λαϊκότροποφτιάχνω ταμπούρια, προκειμένου ν’ αποκρούω εχθρικές επιθέσεις Βικιλεξικό
- μεταφορικάπαθητική φωνή: ταμπουρώνομαι Βικιλεξικό
- μεταφορικάπαθητική φωνή: ταμπουρώνομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταμπουρώνω < ταμπούρ(ι) + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ταμπουρώνω | ταμπουρώνεις | ταμπουρώνει | ταμπουρώνουμε | ταμπουρώνετε | ταμπουρώνουν / ταμπουρώνουνε |
| Παρατατικός | ταμπούρωνα | ταμπούρωνες | ταμπούρωνε | ταμπουρώναμε | ταμπουρώνατε | ταμπουρώναν / ταμπουρώνανε / ταμπούρωναν |
| Αόριστος | ταμπούρωσα | ταμπούρωσες | ταμπούρωσε | ταμπουρώσαμε | ταμπουρώσατε | ταμπουρώσαν / ταμπουρώσανε / ταμπούρωσαν |
| Μέλλοντας | θα ταμπουρώνω / θα ταμπουρώσω | θα ταμπουρώνεις / θα ταμπουρώσεις | θα ταμπουρώνει / θα ταμπουρώσει | θα ταμπουρώνουμε / θα ταμπουρώσουμε | θα ταμπουρώνετε / θα ταμπουρώσετε | θα ταμπουρώνουν / θα ταμπουρώνουνε / θα ταμπουρώσουν / θα ταμπουρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ταμπουρώσει | έχεις ταμπουρώσει | έχει ταμπουρώσει | έχουμε ταμπουρώσει | έχετε ταμπουρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ταμπουρώσει | είχες ταμπουρώσει | είχε ταμπουρώσει | είχαμε ταμπουρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ταμπουρώσει / να ταμπουρώνω / να ταμπουρώσω | να έχεις ταμπουρώσει / να ταμπουρώνεις / να ταμπουρώσεις | να έχει ταμπουρώσει / να ταμπουρώνει / να ταμπουρώσει | να έχουμε ταμπουρώσει / να ταμπουρώνουμε / να ταμπουρώσουμε | να έχετε ταμπουρώσει / να ταμπουρώνετε / να ταμπουρώσετε | να ταμπουρώνουν / να ταμπουρώνουνε / να ταμπουρώσουν / να ταμπουρώσουνε |
| Προστακτική | — | ταμπούρωνε / ταμπούρωσε | — | — | ταμπουρώνετε / ταμπουρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →