ταμπούρι
•
- κυριολεκτικάαμυντικό προπέτασμα, χαράκωμα, οχύρωμα, προμαχώνας Βικιλεξικό
- Τον ταϊφά μου σύναξε, μάσε τα παλικάρια, / δώσ’ τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τις χούφτες, / γλήγορα και να πιάσουμε κάτω στην Αλαμάνα, / που 'ναι ταμπούρια δυνατά κι όμορφα μετερίζια. (Του Διάκου, Τα Ελληνικά δημοτικά τραγούδια, Εκδοτικόν Γραφείον Σείριος, 1970, σελ. 82)
- δέν ἠμπόρεσαν νά περάσουν ἀπό τά τουρκικά ταμπούρια, ὁ μπαϊρακτάρης ὁ ἐδικός μου καὶ τοῦ Ζαήμη πλησιάζουν εἰς τὰς πτέρυγας τῶν Τούρκων , ὁ μπαϊρακτάρης τοῦ Ζαήμη τοὺς ἐπρωτοτσάκισε , ἀφοῦ ἐσκότωσε τρεῖς μὲ τὴν λόγχην τοῦ μπαϊρακιοῦ (Ο γέρων Κολοκοτρώνης, τόμος Α΄, Αθήνα, Γραφείον της Εστίας, 1889, σελ. 159)
- μεταφορικάσημείο άμυνας ή κάλυψης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταμπούρι < μεσαιωνική ελληνική ταμπούρι < τουρκική tabur < οθωμανική τουρκική طابور
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταμπούρι | ταμπούρια |
| Γενική | ταμπουριού | ταμπουριών |
| Αιτιατική | ταμπούρι | ταμπούρια |
| Κλητική | ταμπούρι | ταμπούρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →