Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταξιδιώτης

/ta.ksiˈðʝo.tis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. εκείνος που ταξιδεύει ως επιβάτης ή και πεζός Βικιλεξικό
    • Δέν εἶναι, βέβαια ἀνυπόστατες οἱ ἀναφορές τῶν ταξιδιωτῶν σέ ὁρισμένα πάγια εἴδη διατροφῆς, ὅταν περιγράφουν τό καθημερινό διαιτολόγιο τῶν ἑλληνικῶν πληθυσμῶν τῶν ἀστικῶν κέντρων: τό φρέσκο ψωμί, τά λαχανικά καί τὰ φροῦτα, οἱ ἐλιές καί τό τυρί, τά παστά ψάρια καί σπανιότερα τά φρέσκα (Σπύρος Ι. Ασδραχτάς, Νίκος Καραπιδάκης, Ελληνική οικονομική ιστορία 15-19ος αιώνας, Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς, 2003, σελ. 544)

Ετυμολογία

ταξιδιώτης < ταξίδ(ι) + -ιώτης ή ταξίδι + -ώτης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήταξιδιώτηςταξιδιώτες
Γενικήταξιδιώτηταξιδιωτών
Αιτιατικήταξιδιώτηταξιδιώτες
Κλητικήταξιδιώτηταξιδιώτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →