ταξίδι
•
- μετακίνηση σε έναν προορισμό και παραμονή σ' αυτόν για κάποιο διάστημα Βικιλεξικό
- Μόλις γύρισα από ένα ταξίδι στην Ιταλία.
- Η εμμονή εκείνων των συγγραφέων στην πυραυλική τεχνολογία και τα διαστημικά ταξίδια αποδείχθηκε άστοχη. Η προσσελήνωση δεν οδήγησε πουθενά. Δεν υπάρχουν γήινες αποικίες ούτε στη Σελήνη ούτε στον Άρη. Ύστερα από μισόν αιώνα ραγδαίας τεχνολογικής προόδου, ο «homo sapiens» παραμένει καθηλωμένος στη Γη. (Ρούσσος βρανάς, Η άχρονη χώρα, εκδ. Ποταμός, 2002, σελ. 22)
- μεταφορικάο θάνατος Βικιλεξικό
- ταξίδι χωρίς επιστροφή/γυρισμό - το μεγάλο ταξίδι... - αιώνιο ταξίδι
- μεταφορικάη κατάσταση στην οποία βρίσκονται όσοι κάνουν χρήση ψυχοτρόπων/παραισθησιογόνων ουσιών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταξίδι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ταξίδι(ν) < ταξίδιον < ελληνιστική κοινή ταξείδιον (=εκστρατεία) < αρχαία ελληνική τάξ(ις) + υποκοριστικό επίθημα -ίδιον : Για τη γραφή ταξείδι < ταξείδιον → δείτε στο -ίδιον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταξίδι | ταξίδια |
| Γενική | ταξιδιού | ταξιδιών |
| Αιτιατική | ταξίδι | ταξίδια |
| Κλητική | ταξίδι | ταξίδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →