Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταπεινωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. του οποίου η δράση έχει σαν αποτέλεσμα την ταπείνωση κάποιου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ταπεινωτικός < ταπεινώνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήταπεινωτικόςταπεινωτικήταπεινωτικό
Γενικήταπεινωτικούταπεινωτικήςταπεινωτικού
Αιτιατικήταπεινωτικόταπεινωτικήταπεινωτικό
Κλητικήταπεινωτικέταπεινωτικήταπεινωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήταπεινωτικοίταπεινωτικέςταπεινωτικά
Γενικήταπεινωτικώνταπεινωτικώνταπεινωτικών
Αιτιατικήταπεινωτικούςταπεινωτικέςταπεινωτικά
Κλητικήταπεινωτικοίταπεινωτικέςταπεινωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →