ταρακουνώ
•
- κυριολεκτικάκουνάω κάποιον με δύναμη Βικιλεξικό
- μεταφορικάεπηρεάζω, κλονίζω, συγκλονίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταρακουνώ < ταρά(ζω) + κουνώ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ταρακουνάω / ταρακουνώ | ταρακουνάς | ταρακουνά / ταρακουνάει | ταρακουνάμε / ταρακουνούμε | ταρακουνάτε | ταρακουνάν / ταρακουνάνε / ταρακουνούν / ταρακουνούνε |
| Παρατατικός | ταρακουνούσα | ταρακουνούσες | ταρακουνούσε | ταρακουνούσαμε | ταρακουνούσατε | ταρακουνούσαν / ταρακουνούσανε |
| Αόριστος | ταρακούνησα | ταρακούνησες | ταρακούνησε | ταρακουνήσαμε | ταρακουνήσατε | ταρακουνήσαν / ταρακουνήσανε / ταρακούνησαν |
| Μέλλοντας | θα ταρακουνάω / θα ταρακουνήσω / θα ταρακουνώ | θα ταρακουνάς / θα ταρακουνήσεις | θα ταρακουνά / θα ταρακουνάει / θα ταρακουνήσει | θα ταρακουνάμε / θα ταρακουνήσουμε / θα ταρακουνούμε | θα ταρακουνάτε / θα ταρακουνήσετε | θα ταρακουνάν / θα ταρακουνάνε / θα ταρακουνήσουν / θα ταρακουνήσουνε / θα ταρακουνούν / θα ταρακουνούνε |
| Παρακείμενος | έχω ταρακουνήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ταρακουνήσει / να ταρακουνάω / να ταρακουνήσω / να ταρακουνώ | να ταρακουνάς / να ταρακουνήσεις | να ταρακουνά / να ταρακουνάει / να ταρακουνήσει | να ταρακουνάμε / να ταρακουνήσουμε / να ταρακουνούμε | να ταρακουνάτε / να ταρακουνήσετε | να ταρακουνάν / να ταρακουνάνε / να ταρακουνήσουν / να ταρακουνήσουνε / να ταρακουνούν / να ταρακουνούνε |
| Προστακτική | — | ταρακούνα / ταρακούναγε / ταρακούνησε | — | — | ταρακουνάτε / ταρακουνήστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ταρακουνήθηκαταρακουνιέμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →