Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταράζω

/taˈɾa.zo/ρήμα
•
  1. προκαλώ ταραχή ή αναταραχή Βικιλεξικό
    • Το «πιγκούνι» μετριόταν σε πόντους, δεξιά κι αριστερά από την τρύπα, που έμπαινε το στυλιάρι. Το συγκεκριμένο «πιγκούνι» ήταν 14 πόντοι αριστερά και 14 πόντοι δεξιά, δηλ. συνολικά το μήκος του έπιανε του 28 πόντους. Ταράχθηκε η Λένα, όταν πρωτοείδε το εργαλείο αυτό, και μόνο στη σκέψη ότι αυτό το βαρύ εργαλείο πρέπει να το μπάσει μέσα στη φυλακή (Κυριάκος Τσακίρης, Βούρλα: Η μεγάλη απόδραση, εκδόσεις Οδυσσέας, 1994, σελ. 129)
    • Τάραζαν, λοιπόν, τον ύπνο του αυτά που του 'λεγα; (⌘ Κώστας Ταχτσής, Η γιαγιά μου η Αθήνα, 1979 [κείμενα])
  2. οικείοταλαιπωρώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ταράζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ταράζω < αρχαία ελληνική ταράσσω ταραξ-, και κατά το σχήμα έκραξα - κράζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςταράζωταράζειςταράζειταράζουμεταράζετεταράζουν / ταράζουνε
Παρατατικόςτάραζατάραζεςτάραζεταράζαμεταράζατετάραζαν / ταράζαν / ταράζανε
Αόριστοςτάραξατάραξεςτάραξεταράξαμεταράξατετάραξαν / ταράξαν / ταράξανε
Μέλλονταςθα ταράζω / θα ταράξωθα ταράζεις / θα ταράξειςθα ταράζει / θα ταράξειθα ταράζουμε / θα ταράξουμεθα ταράζετε / θα ταράξετεθα ταράζουν / θα ταράζουνε / θα ταράξουν / θα ταράξουνε
Παρακείμενοςέχω ταράξειέχεις ταράξειέχει ταράξειέχουμε ταράξει——
Υπερσυντέλικοςείχα ταράξειείχες ταράξειείχε ταράξει———
Υποτακτικήνα έχω ταράξει / να ταράζω / να ταράξωνα έχεις ταράξει / να ταράζεις / να ταράξειςνα έχει ταράξει / να ταράζει / να ταράξεινα έχουμε ταράξει / να ταράζουμε / να ταράξουμενα ταράζετε / να ταράξετενα ταράζουν / να ταράζουνε / να ταράξουν / να ταράξουνε
Προστακτική—τάραζε / τάραξε——ταράζετε / ταράξτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

ταράχτηκαταράζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →