ταρσανάς
•
- ναυτικός όροςναυπηγείο Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςναύσταθμος, λιμανάκι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταρσανάς < (άμεσο δάνειο) τουρκική tersane < βενετική tersanà < αραβική دار الصناعة ⁽ᵃʳ⁾ < دار ⁽ᵃʳ⁾ (dār: σπίτι) + صناعة ⁽ᵃʳ⁾ (ṣināʿa: τέχνη, ικανότητα, επιτηδειότητα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταρσανάς | ταρσανάδες |
| Γενική | ταρσανά | ταρσανάδων |
| Αιτιατική | ταρσανά | ταρσανάδες |
| Κλητική | ταρσανά | ταρσανάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →