ταρτούφος
•
- κύριο πρόσωπο της ομώνυμης κωμωδίας του Μολιέρου, που έμεινε παροιμιώδες για την υποκρισία, απληστία και λαγνεία του Βικιλεξικό
- υποκριτής, άπληστος, μοχθηρός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταρτούφος < (λόγιο δάνειο) γαλλική Tartuffe < ιταλική tartufo (το μανιτάρι τρούφα) < λατινική terra (γη) + tuber (είδος μηλιάς)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταρτούφος | ταρτούφοι |
| Γενική | ταρτούφου | ταρτούφων |
| Αιτιατική | ταρτούφο | ταρτούφους |
| Κλητική | ταρτούφε | ταρτούφοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →