υποκριτής
•
- αυτός που συμπεριφέρεται με υποκρισία, που προβάλλει στους άλλους ψεύτικα αισθήματα, που συμπεριφέρεται αποκρύπτοντας στις πραγματικές σκέψεις και διαθέσεις του Βικιλεξικό
- θέατροο ηθοποιός στο αρχαίο δράμα και, ευρύτερα, του θεάτρου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποκριτής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑποκριτής (< ὑποκρίνομαι, ὑποκρι- + -τής)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υποκριτής | υποκριτές |
| Γενική | υποκριτή | υποκριτών |
| Αιτιατική | υποκριτή | υποκριτές |
| Κλητική | υποκριτή | υποκριτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →