ταυτολογία
•
- η επανάληψη του ίδιου νοήματος με διαφορετικές λέξεις Βικιλεξικό
- λογικήη σύνθετη λογική πρόταση που είναι πάντα 'Αληθής' Βικιλεξικό
- Αντώνυμο: αντίφαση
Ετυμολογία
ταυτολογία < ελληνιστική ταυτολογία < ταυτολόγος < τά αυτά + λέγω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταυτολογία | ταυτολογίες |
| Γενική | ταυτολογίας | ταυτολογιών |
| Αιτιατική | ταυτολογία | ταυτολογίες |
| Κλητική | ταυτολογία | ταυτολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →