Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταχυδρόμος

/ta.çiˈðɾo.mos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαυπάλληλος του ταχυδρομείου που παραδίδει την αλληλογραφία στους παραλήπτες στο σπίτι τους ή την έδρα τους Βικιλεξικό
    • Ο πρώτος ταχυδρόμος μετά την άφιξιν του εις Π. Πάτρας παραμένει εκείσε και αναχωρεί για την Ακράταν των 7 ώρας προ της μεσημβρίας της πέμπτης και της δευτέρας. (Μωυσής Κ. Κωνσταντίνης, Τα ταχυδρομεία στην Ελλάδα: η ιστορία και η εξέλιξη τους, Ελληνικά Γράμματα, 2002, σελ. 172)
    • Ο δε Βασιλεύς ακούσας, απέστειλε άνθρωπον δρομαίον να φέρη τον Βαρδάνιον εις την Πόλιν, ο δε ταχυδρόμος επήγε και ηύρε τον Βαρδάνιον τυφλόν, όπου τον ετύφλωσαν τινές γνώμη του Βασιλέως (Δωρόθεος, μητροπολίτης Μονεμβασίας, Ο χρονογράφος, τουτέτι βιβλίον ιστορικόν συνοπτικόν, Βενετία (Ενετίησιν), Εν έτει Χριστογονίας, αχος' (1676, παρά Ανδρέα Ιουλιανώ τω Τυπογράφω https://www.google.gr/books/edition/%CE%92%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CE%BD_%E1%BC%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD_%CF%80%CE%B5/W3tnAAAAcAAJ?hl=en&gbpv=1)

Ετυμολογία

ταχυδρόμος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ταχυδρόμος (αυτός που τρέχει γρήγορα) < (ταχύς) ταχυ- + -δρόμος (δρόμος)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήταχυδρόμοςταχυδρόμοι
Γενικήταχυδρόμουταχυδρόμων
Αιτιατικήταχυδρόμοταχυδρόμους
Κλητικήταχυδρόμεταχυδρόμοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →