Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τεθνεώς

ρήμα
•
  1. παρωχημένοο νεκρός Βικιλεξικό
    • Έβαλα αγγελία στην εφημερίδα: «οι συγγενείς του τεθνεώτος, επιθυμούν, αντί στεφάνου […]
    • ένα ετερόκλητο σύνολο έμψυχων και άψυχων, ζώντων και τεθνεώτων, με παράδοξη παρά ταύτα ομοιογένεια, αυτή είναι η πολυώνυμη Κέρκυρα, η αρχαία Σχερία και Δρεπάνη και Κόρκυρα και Φαιακία, η βυζαντινή Κορυφώ, οι Κορφοί του απλού Κερκυραίου. (Θεοδόσης Πυλαρινός, Κέρκυρα, εκδ. Μεταίχμιο, 2005, σελ. 18)
  2. χρήση στην καθαρεύουσα: Βικιλεξικό
    • Αλλ’ όταν ζει τις τεθνεώς· όταν καρδίαν πλέον / δεν έχει, και απώλεσε παν όνειρον ωραίον, / τότε θρηνείτε. (Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος, Στιγμαί Μελαγχολίας)
    • Εξωμολόγησεν εις τον Δεσπότην τους φόβους του, εξεμυστηρεύθη τους ενδοιασμούς του, απεκάλυψε την αδυναμιαν του, αλλ' ο γέρων τον ενουθέτησε, τον επέπληξε, τον ενεθάρρυνε, τον εβεβαίωσεν ότι θα συνηθίση και αυτός καθώς τόσοι άλλοι εις την φρίκην του θανάτου, ανύψωσε το φρόνημά του υποδεικνύων το μεγαλείον της αποστολής του ιερέως παρά την κοίτην του αποθνήσκοντος και τον λάκκον του τεθνεώτος. (Δημήτριος Βικέλας, Ο παπα-Νάρκισσος)

Ετυμολογία

τεθνεώς < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τεθνεώς, -ῶσα, -ώς, μετοχή ενεργητικού παρακειμένου (τέθνηκα) του ρήματος θνῄσκω

Άλλοι τύποι

τεθνεόςτεθνεώσα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →