Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νεκρός

/neˈkɾos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο άνθρωπος που έχει πεθάνει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νεκρός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική νεκρός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνεκρόςνεκροί
Γενικήνεκρούνεκρών
Αιτιατικήνεκρόνεκρούς
Κλητικήνεκρένεκροί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

νεκρός

/neˈkɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. για οργανισμόπου δε βρίσκεται πια στη ζωή, που έχει πεθάνει, που οι ζωτικές του λειτουργίες έχουν παύσει οριστικά Βικιλεξικό
    • Βρέθηκαν επίσης, αρκετά χάλκινα μικροαντικείμενα, όπως βελόνες, μια αγκράφα και μία τοξωτή πόρπη, ενώ στο στόμα του νεκρού – σύμφωνα με τις ταφικές πρακτικές – ήταν τοποθετημένο ένα χάλκινο νόμισμα (Αρχαιολογικόν δελτίον, τόμος 54, 2005, σελ. 500)
  2. μεταφορικάπου δεν υφίσταται πια, που δεν μπορεί να υπάρξει ξανά Βικιλεξικό
    • ο έρωτάς μας είναι πια νεκρός
  3. για μηχανέςπου δε λειτουργεί πια εξαιτίας μεγάλης βλάβης Βικιλεξικό
    • δεν ακούω τίποτα, το τηλέφωνο είναι νεκρό

Ετυμολογία

νεκρός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική νεκρός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνεκρόςνεκρήνεκρό
Γενικήνεκρούνεκρήςνεκρού
Αιτιατικήνεκρόνεκρήνεκρό
Κλητικήνεκρένεκρήνεκρό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνεκροίνεκρέςνεκρά
Γενικήνεκρώννεκρώννεκρών
Αιτιατικήνεκρούςνεκρέςνεκρά
Κλητικήνεκροίνεκρέςνεκρά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →