τεκμηριώνω
•
- προσφέρω τεκμήρια για μία άποψη, θέση ή ισχυρισμό μου, αποδεικνύω του λόγου το αληθές με ντοκουμέντα, με αδιάσειστα στοιχεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τεκμηριώνω < αρχαία ελληνική τεκμηριόω / τεκμηριῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τεκμηριώνω | τεκμηριώνεις | τεκμηριώνει | τεκμηριώνουμε | τεκμηριώνετε | τεκμηριώνουν / τεκμηριώνουνε |
| Παρατατικός | τεκμηρίωνα | τεκμηρίωνες | τεκμηρίωνε | τεκμηριώναμε | τεκμηριώνατε | τεκμηρίωναν / τεκμηριώναν / τεκμηριώνανε |
| Αόριστος | τεκμηρίωσα | τεκμηρίωσες | τεκμηρίωσε | τεκμηριώσαμε | τεκμηριώσατε | τεκμηρίωσαν / τεκμηριώσαν / τεκμηριώσανε |
| Μέλλοντας | θα τεκμηριώνω / θα τεκμηριώσω | θα τεκμηριώνεις / θα τεκμηριώσεις | θα τεκμηριώνει / θα τεκμηριώσει | θα τεκμηριώνουμε / θα τεκμηριώσουμε | θα τεκμηριώνετε / θα τεκμηριώσετε | θα τεκμηριώνουν / θα τεκμηριώνουνε / θα τεκμηριώσουν / θα τεκμηριώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τεκμηριώσει | έχεις τεκμηριώσει | έχει τεκμηριώσει | έχουμε τεκμηριώσει | έχετε τεκμηριώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τεκμηριώσει | είχες τεκμηριώσει | είχε τεκμηριώσει | είχαμε τεκμηριώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τεκμηριώσει / να τεκμηριώνω / να τεκμηριώσω | να έχεις τεκμηριώσει / να τεκμηριώνεις / να τεκμηριώσεις | να έχει τεκμηριώσει / να τεκμηριώνει / να τεκμηριώσει | να έχουμε τεκμηριώσει / να τεκμηριώνουμε / να τεκμηριώσουμε | να έχετε τεκμηριώσει / να τεκμηριώνετε / να τεκμηριώσετε | να τεκμηριώνουν / να τεκμηριώνουνε / να τεκμηριώσουν / να τεκμηριώσουνε |
| Προστακτική | — | τεκμηρίωνε / τεκμηρίωσε | — | — | τεκμηριώνετε / τεκμηριώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →