τεκμήριο
•
- συμπέρασμα βάσει αποδεικτικών στοιχείων Βικιλεξικό
- αποδεικτικό στοιχείο, πειστήριο Βικιλεξικό
- ψηφιακό ηλεκτρονικό αρχείο που περιλαμβάνει δεδομένα (όπως κείμενο, εικόνες, ήχους), με ή χωρίς το υλικό μέσο στο οποίο το αρχείο αυτό έχει αποθηκευτεί (δίσκος, δισκέτα, CD, DVD) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τεκμήριο < αρχαία ελληνική τεκμήριον < τεκμαίρομαι < τέκμαρ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τεκμήριο | τεκμήρια |
| Γενική | τεκμήριου / τεκμηρίου | τεκμηρίων |
| Αιτιατική | τεκμήριο | τεκμήρια |
| Κλητική | τεκμήριο | τεκμήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →