τεκνοθετώ
•
- νεολογισμόςυιοθετώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τεκνοθετώ < τέκνο + -ο- + -θετώ (< αρχαία ελληνική τίθημι) (κατά το υιοθετώ)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τεκνοθετώ | τεκνοθετείς | τεκνοθετεί | τεκνοθετούμε | τεκνοθετείτε | τεκνοθετούν / τεκνοθετούνε |
| Παρατατικός | τεκνοθετούσα | τεκνοθετούσες | τεκνοθετούσε | τεκνοθετούσαμε | τεκνοθετούσατε | τεκνοθετούσαν / τεκνοθετούσανε |
| Αόριστος | τεκνοθέτησα | τεκνοθέτησες | τεκνοθέτησε | τεκνοθετήσαμε | τεκνοθετήσατε | τεκνοθέτησαν / τεκνοθετήσαν / τεκνοθετήσανε |
| Μέλλοντας | θα τεκνοθετήσω / θα τεκνοθετώ | θα τεκνοθετήσεις / θα τεκνοθετείς | θα τεκνοθετήσει / θα τεκνοθετεί | θα τεκνοθετήσουμε / θα τεκνοθετούμε | θα τεκνοθετήσετε / θα τεκνοθετείτε | θα τεκνοθετήσουν / θα τεκνοθετήσουνε / θα τεκνοθετούν / θα τεκνοθετούνε |
| Παρακείμενος | έχω τεκνοθετήσει | έχεις τεκνοθετήσει | έχει τεκνοθετήσει | έχουμε τεκνοθετήσει | έχετε τεκνοθετήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τεκνοθετήσει | είχες τεκνοθετήσει | είχε τεκνοθετήσει | είχαμε τεκνοθετήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τεκνοθετήσει / να τεκνοθετήσω / να τεκνοθετώ | να έχεις τεκνοθετήσει / να τεκνοθετήσεις / να τεκνοθετείς | να έχει τεκνοθετήσει / να τεκνοθετήσει / να τεκνοθετεί | να έχουμε τεκνοθετήσει / να τεκνοθετήσουμε / να τεκνοθετούμε | να έχετε τεκνοθετήσει / να τεκνοθετήσετε / να τεκνοθετείτε | να τεκνοθετήσουν / να τεκνοθετήσουνε / να τεκνοθετούν / να τεκνοθετούνε |
| Προστακτική | — | τεκνοθέτει / τεκνοθέτησε | — | — | τεκνοθετήστε / τεκνοθετείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →