Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τεκνοθετώ

ρήμα
•
  1. νεολογισμόςυιοθετώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τεκνοθετώ < τέκνο + -ο- + -θετώ (< αρχαία ελληνική τίθημι) (κατά το υιοθετώ)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςτεκνοθετώτεκνοθετείςτεκνοθετείτεκνοθετούμετεκνοθετείτετεκνοθετούν / τεκνοθετούνε
Παρατατικόςτεκνοθετούσατεκνοθετούσεςτεκνοθετούσετεκνοθετούσαμετεκνοθετούσατετεκνοθετούσαν / τεκνοθετούσανε
Αόριστοςτεκνοθέτησατεκνοθέτησεςτεκνοθέτησετεκνοθετήσαμετεκνοθετήσατετεκνοθέτησαν / τεκνοθετήσαν / τεκνοθετήσανε
Μέλλονταςθα τεκνοθετήσω / θα τεκνοθετώθα τεκνοθετήσεις / θα τεκνοθετείςθα τεκνοθετήσει / θα τεκνοθετείθα τεκνοθετήσουμε / θα τεκνοθετούμεθα τεκνοθετήσετε / θα τεκνοθετείτεθα τεκνοθετήσουν / θα τεκνοθετήσουνε / θα τεκνοθετούν / θα τεκνοθετούνε
Παρακείμενοςέχω τεκνοθετήσειέχεις τεκνοθετήσειέχει τεκνοθετήσειέχουμε τεκνοθετήσειέχετε τεκνοθετήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα τεκνοθετήσειείχες τεκνοθετήσειείχε τεκνοθετήσειείχαμε τεκνοθετήσει——
Υποτακτικήνα έχω τεκνοθετήσει / να τεκνοθετήσω / να τεκνοθετώνα έχεις τεκνοθετήσει / να τεκνοθετήσεις / να τεκνοθετείςνα έχει τεκνοθετήσει / να τεκνοθετήσει / να τεκνοθετείνα έχουμε τεκνοθετήσει / να τεκνοθετήσουμε / να τεκνοθετούμενα έχετε τεκνοθετήσει / να τεκνοθετήσετε / να τεκνοθετείτενα τεκνοθετήσουν / να τεκνοθετήσουνε / να τεκνοθετούν / να τεκνοθετούνε
Προστακτική—τεκνοθέτει / τεκνοθέτησε——τεκνοθετήστε / τεκνοθετείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →