Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τεκνό

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λαϊκότροποόμορφο αγόρι νεαρής ηλικίας Βικιλεξικό
  2. αργκόαγόρι που έχει σεξουαλικές σχέσεις με ομοφυλόφιλο άνδρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τεκνό < (τσιγγάνικη λέξη) tikno (μικρό)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτεκνότεκνά
Γενικήτεκνούτεκνών
Αιτιατικήτεκνότεκνά
Κλητικήτεκνότεκνά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

τέκνο

/ˈte.kno/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παιδί Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάδημιούργημα Βικιλεξικό
  3. δήλωση ότι κάποιος κατάγεται από κάποιον τόπο Βικιλεξικό
    • Η Σίφνος τιμά το τέκνο της, Νικόλαο Τσελεμεντέ. (*)
  4. μουσικήείδος ηλεκτρονικής χορευτικής μουσικής Βικιλεξικό
    • Από το 1989 όπου έκαναν την εμφάνισή τους τα πρώτα αυτοσχέδια πάρτι με μουσική τέκνο, τρανς, χάουζ κύλησε πολύς ιδρώτας στα νεανικά σώματα, που χορεύουν σαν τρελά μέσα σε «φλασιές» των φώτων, ασταμάτητα μπιτ και γουργουριστούς ρυθμούς της μουσικής. (*)

Ετυμολογία

τέκνο < αρχαία ελληνική τέκνον < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *tek- :# τέκνο < αγγλική techno < technology < αρχαία ελληνική τεχνολογία (αντιδάνειο) < τέχνη + -λογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτέκνοτέκνα
Γενικήτέκνουτέκνων
Αιτιατικήτέκνοτέκνα
Κλητικήτέκνοτέκνα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →