Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τελείωση

/teˈli.o.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τελειώνομαι, το να γίνεται κάποιος τέλειος Βικιλεξικό
  2. ολοκλήρωση, περάτωση έργου Βικιλεξικό
  3. βελτίωση Βικιλεξικό
  4. τυπογραφία... σχεδίαση με κουκκίδες (όπως ράστερ και πουαντιγισμός) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τελείωση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τελείω(σις) + -ση < τελειόω / τελειῶ < τέλειος < τέλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kʷel- (κινώ, στρίβω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτελείωσητελειώσεις
Γενικήτελείωσηςτελειώσεων
Αιτιατικήτελείωσητελειώσεις
Κλητικήτελείωσητελειώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →