τελειοποιώ
•
- προσπαθώ νακάνω κάτι τέλειο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τελειοποιώ < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τελειοποιώ < τέλειος + -ποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τελειοποιώ | τελειοποιείς | τελειοποιεί | τελειοποιούμε | τελειοποιείτε | τελειοποιούν / τελειοποιούνε |
| Παρατατικός | τελειοποιούσα | τελειοποιούσες | τελειοποιούσε | τελειοποιούσαμε | τελειοποιούσατε | τελειοποιούσαν / τελειοποιούσανε |
| Αόριστος | τελειοποίησα | τελειοποίησες | τελειοποίησε | τελειοποιήσαμε | τελειοποιήσατε | τελειοποίησαν / τελειοποιήσαν / τελειοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα τελειοποιήσω / θα τελειοποιώ | θα τελειοποιήσεις / θα τελειοποιείς | θα τελειοποιήσει / θα τελειοποιεί | θα τελειοποιήσουμε / θα τελειοποιούμε | θα τελειοποιήσετε / θα τελειοποιείτε | θα τελειοποιήσουν / θα τελειοποιήσουνε / θα τελειοποιούν / θα τελειοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω τελειοποιήσει | έχεις τελειοποιήσει | έχει τελειοποιήσει | έχουμε τελειοποιήσει | έχετε τελειοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τελειοποιήσει | είχες τελειοποιήσει | είχε τελειοποιήσει | είχαμε τελειοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τελειοποιήσει / να τελειοποιήσω / να τελειοποιώ | να έχεις τελειοποιήσει / να τελειοποιήσεις / να τελειοποιείς | να έχει τελειοποιήσει / να τελειοποιήσει / να τελειοποιεί | να έχουμε τελειοποιήσει / να τελειοποιήσουμε / να τελειοποιούμε | να έχετε τελειοποιήσει / να τελειοποιήσετε / να τελειοποιείτε | να τελειοποιήσουν / να τελειοποιήσουνε / να τελειοποιούν / να τελειοποιούνε |
| Προστακτική | — | τελειοποίει / τελειοποίησε | — | — | τελειοποιήστε / τελειοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →