τελεσφορώ
•
- λόγιοολοκληρώνομαι με επιθυμητό αποτέλεσμα, καταλήγω σε επιτυχία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τελεσφορώ < αρχαία ελληνική τελεσφορέω / τελεσφορῶ < τελεσφόρος < τέλος + φέρω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τελεσφορώ | τελεσφορείς | τελεσφορεί | τελεσφορούμε | τελεσφορείτε | τελεσφορούν / τελεσφορούνε |
| Παρατατικός | τελεσφορούσα | τελεσφορούσες | τελεσφορούσε | τελεσφορούσαμε | τελεσφορούσατε | τελεσφορούσαν / τελεσφορούσανε |
| Αόριστος | τελεσφόρησα | τελεσφόρησες | τελεσφόρησε | τελεσφορήσαμε | τελεσφορήσατε | τελεσφορήσαν / τελεσφορήσανε / τελεσφόρησαν |
| Μέλλοντας | θα τελεσφορήσω / θα τελεσφορώ | θα τελεσφορήσεις / θα τελεσφορείς | θα τελεσφορήσει / θα τελεσφορεί | θα τελεσφορήσουμε / θα τελεσφορούμε | θα τελεσφορήσετε / θα τελεσφορείτε | θα τελεσφορήσουν / θα τελεσφορήσουνε / θα τελεσφορούν / θα τελεσφορούνε |
| Παρακείμενος | έχω τελεσφορήσει | έχεις τελεσφορήσει | έχει τελεσφορήσει | έχουμε τελεσφορήσει | έχετε τελεσφορήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τελεσφορήσει | είχες τελεσφορήσει | είχε τελεσφορήσει | είχαμε τελεσφορήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τελεσφορήσει / να τελεσφορήσω / να τελεσφορώ | να έχεις τελεσφορήσει / να τελεσφορήσεις / να τελεσφορείς | να έχει τελεσφορήσει / να τελεσφορήσει / να τελεσφορεί | να έχουμε τελεσφορήσει / να τελεσφορήσουμε / να τελεσφορούμε | να έχετε τελεσφορήσει / να τελεσφορήσετε / να τελεσφορείτε | να τελεσφορήσουν / να τελεσφορήσουνε / να τελεσφορούν / να τελεσφορούνε |
| Προστακτική | — | τελεσφόρει / τελεσφόρησε | — | — | τελεσφορήστε / τελεσφορείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →