πετυχαίνω
•
- φτάνω έναν σκοπό, κατορθώνω να παραχθεί ένα επιδιωκόμενο αποτέλεσμα Βικιλεξικό
- Το ξέρω, είπε συγκινημένος ο Αλέξιος, και θα μπορούσες ίσως να με βοηθήσεις πολύ για να επιτύχω το σκοπό μου. (⌘ Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)
- κατακτώ μία θέση σε εκπαιδευτικό ίδρυμα μετά από διαγωνισμό Βικιλεξικό
- βρίσκω έναν στόχο σημαδεύοντας με όπλο Βικιλεξικό
- βρίσκω τη σωστή απάντηση σε ένα ερώτημα Βικιλεξικό
- βρίσκω κάτι κατά τύχη, συναντώ κάποιον κατά τύχη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πετυχαίνω < μεσαιωνική ελληνική πετυχαίνω < αρχαία ελληνική ἐπιτυγχάνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →