τελμάτωση
•
- κυριολεκτικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τελματώνω Βικιλεξικό
- μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τελματώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τελμάτωση < τελματώνω + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τελμάτωση | τελματώσεις |
| Γενική | τελμάτωσης | τελματώσεων |
| Αιτιατική | τελμάτωση | τελματώσεις |
| Κλητική | τελμάτωση | τελματώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →