Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τέλμα

/ˈtel.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κυριολεκτικάη έκταση με λιμνάζοντα νερά Βικιλεξικό
    • Στα ανατολικά του φράγματος υπάρχει ένα μικρό τέλμα, εποχιακής πλήρωσης με νερό των βροχών.
    • Αὗται εἶναι, κύριοι Πελαργοί, αἰ χῶραι τοῦ ἔθνους τῶν Ἑλλήνων τῶν ἀπογόνων τῶν Πελασγῶν, τῶν συγγενῶν μας. Τῶν χωρῶν τούτων ἐπεσκόπησα πᾶσαν λίμνην, πάντα ποταμόν, πᾶν τέλμα, πᾶν ῥυάκιον, πᾶν ἕλος. Γνωρίζω αὐτὰς ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον καὶ ἐμελέτησα λεπτομερῶς τὰ κατὰ τοὺς Ἕλληνας. (Βλάσιος Σκορδέλης, Πελαργοί και Έλληνες, σελ. 235, Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1889)
  2. μεταφορικάη κατάσταση που δεν προχωράει, δεν αλλάζει, που χαρακτηρίζεται από ακινησία ή αδράνεια Βικιλεξικό
    • Μετά την αποτυχία του στις εξετάσεις έχει βυθιστεί σε ένα τέλμα.
    • Στο τέλμα της ύφεσης η ελληνική οικονομία (εφημερίδα Το Βήμα, 08.09.2011)

Ετυμολογία

τέλμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τέλμα :* μεταφορική σημασία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική stagnant, stagnation

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτέλματέλματα
Γενικήτέλματοςτελμάτων
Αιτιατικήτέλματέλματα
Κλητικήτέλματέλματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →