Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τελματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το τέλμα ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τελματικός < τέλμα + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτελματικόςτελματικήτελματικό
Γενικήτελματικούτελματικήςτελματικού
Αιτιατικήτελματικότελματικήτελματικό
Κλητικήτελματικέτελματικήτελματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτελματικοίτελματικέςτελματικά
Γενικήτελματικώντελματικώντελματικών
Αιτιατικήτελματικούςτελματικέςτελματικά
Κλητικήτελματικοίτελματικέςτελματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →