τελματώνω
•
- κυριολεκτικάμετατρέπομαι σε τέλμα Βικιλεξικό
- μεταφορικάαποτελματώνομαι μένω αμετάβλητος, στάσιμος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τελματώνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή τελματόομαι / τελματοῦμαι < αρχαία ελληνική τέλμα
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τελματώνω | τελματώνεις | τελματώνει | τελματώνουμε | τελματώνετε | τελματώνουν / τελματώνουνε |
| Παρατατικός | τελμάτωνα | τελμάτωνες | τελμάτωνε | τελματώναμε | τελματώνατε | τελμάτωναν / τελματώναν / τελματώνανε |
| Αόριστος | τελμάτωσα | τελμάτωσες | τελμάτωσε | τελματώσαμε | τελματώσατε | τελμάτωσαν / τελματώσαν / τελματώσανε |
| Μέλλοντας | θα τελματώνω / θα τελματώσω | θα τελματώνεις / θα τελματώσεις | θα τελματώνει / θα τελματώσει | θα τελματώνουμε / θα τελματώσουμε | θα τελματώνετε / θα τελματώσετε | θα τελματώνουν / θα τελματώνουνε / θα τελματώσουν / θα τελματώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τελματώσει | έχεις τελματώσει | έχει τελματώσει | έχουμε τελματώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τελματώσει | είχες τελματώσει | είχε τελματώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τελματώσει / να τελματώνω / να τελματώσω | να έχεις τελματώσει / να τελματώνεις / να τελματώσεις | να έχει τελματώσει / να τελματώνει / να τελματώσει | να έχουμε τελματώσει / να τελματώνουμε / να τελματώσουμε | να τελματώνετε / να τελματώσετε | να τελματώνουν / να τελματώνουνε / να τελματώσουν / να τελματώσουνε |
| Προστακτική | — | τελμάτωνε / τελμάτωσε | — | — | τελματώνετε / τελματώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
τελματώθηκατελματώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →