Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τελματώνω

ρήμα
•
  1. κυριολεκτικάμετατρέπομαι σε τέλμα Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάαποτελματώνομαι μένω αμετάβλητος, στάσιμος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τελματώνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή τελματόομαι / τελματοῦμαι < αρχαία ελληνική τέλμα

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςτελματώνωτελματώνειςτελματώνειτελματώνουμετελματώνετετελματώνουν / τελματώνουνε
Παρατατικόςτελμάτωνατελμάτωνεςτελμάτωνετελματώναμετελματώνατετελμάτωναν / τελματώναν / τελματώνανε
Αόριστοςτελμάτωσατελμάτωσεςτελμάτωσετελματώσαμετελματώσατετελμάτωσαν / τελματώσαν / τελματώσανε
Μέλλονταςθα τελματώνω / θα τελματώσωθα τελματώνεις / θα τελματώσειςθα τελματώνει / θα τελματώσειθα τελματώνουμε / θα τελματώσουμεθα τελματώνετε / θα τελματώσετεθα τελματώνουν / θα τελματώνουνε / θα τελματώσουν / θα τελματώσουνε
Παρακείμενοςέχω τελματώσειέχεις τελματώσειέχει τελματώσειέχουμε τελματώσει——
Υπερσυντέλικοςείχα τελματώσειείχες τελματώσειείχε τελματώσει———
Υποτακτικήνα έχω τελματώσει / να τελματώνω / να τελματώσωνα έχεις τελματώσει / να τελματώνεις / να τελματώσειςνα έχει τελματώσει / να τελματώνει / να τελματώσεινα έχουμε τελματώσει / να τελματώνουμε / να τελματώσουμενα τελματώνετε / να τελματώσετενα τελματώνουν / να τελματώνουνε / να τελματώσουν / να τελματώσουνε
Προστακτική—τελμάτωνε / τελμάτωσε——τελματώνετε / τελματώστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

τελματώθηκατελματώνομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →