τεμαχίζω
•
- κόβω ένα αντικείμενο σε τεμάχια Βικιλεξικό
- Θυμάμαι ότι κάποια στιγμή, μας φέρανε ποσότητες από κρέατα. Ήταν, προφανώς, από κάποιο κρεοπωλείο. Βάλαμε, τότε, το νεαρό αρχιμάγειρα, τεμάχισε το κρέας σε μικρά κομμάτια κι αρχίσαμε να μοιράζουμε σουβλάκια. (Γιώργος Γάτος, Πολυτεχνείο'73, εκδ. Φιλιππότη, 2002, σελ. 232)
- διαχωρίζω σε ξεχωριστά μέρη μια μεγάλη έκταση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τεμαχίζω < τεμάχιο + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τεμαχίζω | τεμαχίζεις | τεμαχίζει | τεμαχίζουμε | τεμαχίζετε | τεμαχίζουν / τεμαχίζουνε |
| Παρατατικός | τεμάχιζα | τεμάχιζες | τεμάχιζε | τεμαχίζαμε | τεμαχίζατε | τεμάχιζαν / τεμαχίζαν / τεμαχίζανε |
| Αόριστος | τεμάχισα | τεμάχισες | τεμάχισε | τεμαχίσαμε | τεμαχίσατε | τεμάχισαν / τεμαχίσαν / τεμαχίσανε |
| Μέλλοντας | θα τεμαχίζω / θα τεμαχίσω | θα τεμαχίζεις / θα τεμαχίσεις | θα τεμαχίζει / θα τεμαχίσει | θα τεμαχίζουμε / θα τεμαχίσουμε | θα τεμαχίζετε / θα τεμαχίσετε | θα τεμαχίζουν / θα τεμαχίζουνε / θα τεμαχίσουν / θα τεμαχίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τεμαχίσει | έχεις τεμαχίσει | έχει τεμαχίσει | έχουμε τεμαχίσει | έχετε τεμαχίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τεμαχίσει | είχες τεμαχίσει | είχε τεμαχίσει | είχαμε τεμαχίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τεμαχίσει / να τεμαχίζω / να τεμαχίσω | να έχεις τεμαχίσει / να τεμαχίζεις / να τεμαχίσεις | να έχει τεμαχίσει / να τεμαχίζει / να τεμαχίσει | να έχουμε τεμαχίσει / να τεμαχίζουμε / να τεμαχίσουμε | να έχετε τεμαχίσει / να τεμαχίζετε / να τεμαχίσετε | να τεμαχίζουν / να τεμαχίζουνε / να τεμαχίσουν / να τεμαχίσουνε |
| Προστακτική | — | τεμάχιζε / τεμάχισε | — | — | τεμαχίζετε / τεμαχίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →