Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τεμαχιστός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. διαιρεμένος σε τεμάχια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τεμαχιστός < ελληνιστική < τεμαχίζω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτεμαχιστόςτεμαχιστήτεμαχιστό
Γενικήτεμαχιστούτεμαχιστήςτεμαχιστού
Αιτιατικήτεμαχιστότεμαχιστήτεμαχιστό
Κλητικήτεμαχιστέτεμαχιστήτεμαχιστό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτεμαχιστοίτεμαχιστέςτεμαχιστά
Γενικήτεμαχιστώντεμαχιστώντεμαχιστών
Αιτιατικήτεμαχιστούςτεμαχιστέςτεμαχιστά
Κλητικήτεμαχιστοίτεμαχιστέςτεμαχιστά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →