τενεκετζίδικο
•
- παρωχημένοτο εργαστήριο ενός τενεκετζή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τενεκετζίδικο < τενεκετζ(ής) + -ίδικο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τενεκετζίδικο | τενεκετζίδικα |
| Γενική | τενεκετζίδικου | τενεκετζίδικων |
| Αιτιατική | τενεκετζίδικο | τενεκετζίδικα |
| Κλητική | τενεκετζίδικο | τενεκετζίδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →