Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τερατογονικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την τερατογονία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τερατογονικός < τερατογονία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτερατογονικόςτερατογονικήτερατογονικό
Γενικήτερατογονικούτερατογονικήςτερατογονικού
Αιτιατικήτερατογονικότερατογονικήτερατογονικό
Κλητικήτερατογονικέτερατογονικήτερατογονικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτερατογονικοίτερατογονικέςτερατογονικά
Γενικήτερατογονικώντερατογονικώντερατογονικών
Αιτιατικήτερατογονικούςτερατογονικέςτερατογονικά
Κλητικήτερατογονικοίτερατογονικέςτερατογονικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →