τερατογονικός
•
- που έχει σχέση με την τερατογονία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τερατογονικός < τερατογονία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τερατογονικός | τερατογονική | τερατογονικό |
| Γενική | τερατογονικού | τερατογονικής | τερατογονικού |
| Αιτιατική | τερατογονικό | τερατογονική | τερατογονικό |
| Κλητική | τερατογονικέ | τερατογονική | τερατογονικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τερατογονικοί | τερατογονικές | τερατογονικά |
| Γενική | τερατογονικών | τερατογονικών | τερατογονικών |
| Αιτιατική | τερατογονικούς | τερατογονικές | τερατογονικά |
| Κλητική | τερατογονικοί | τερατογονικές | τερατογονικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →