τερατογονία
•
- η γέννηση ενός τέρατος ή το σύνολο των διεργασιών ή παραγόντων που συντελούν σε κάτι τέτοιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τερατογονία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή τερατογονία < αρχαία ελληνική τέρας, τερατο- + -γονία < γίγνομαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τερατογονία | τερατογονίες |
| Γενική | τερατογονίας | τερατογονιών |
| Αιτιατική | τερατογονία | τερατογονίες |
| Κλητική | τερατογονία | τερατογονίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →