τερατολογία
•
- απαίσια, χυδαία, υβριστικά, συκοφαντικά ή μειωτικά λόγια Βικιλεξικό
- το να μιλάει κάποιος κακόψυχα σαν να ήταν τέρας
- παρατραβηγμένη μεταφυσική αφήγηση ιστορίας που έχει ως χαρακτήρες τέρατα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασημεγάλο ψέμα Βικιλεξικό
- αν στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης το καραμανλικό σχήμα περί «αριστεροχουντισμού» (που καταγγέλθηκε τότε πάνδημα σαν ασύγγνωστη τερατολογία) απέβλεπε κυρίως στον στιγματισμό και την υπονόμευση μιας Αριστεράς που μειοψηφούσε μεν συντριπτικά στο Κοινοβούλιο αλλά κυριαρχούσε αριθμητικά στο πεζοδρόμιο ... (Χωροταξικός «αριστεροχουντισμός», 16/07/23, efsyn.gr https://www.efsyn.gr/themata/kryfa-hartia/397685_horotaxikos-aristerohoyntismos#goog_rewarded)
Ετυμολογία
τερατολογία < αρχαία ελληνική τερατολογία < τέρας + λέγω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τερατολογία | τερατολογίες |
| Γενική | τερατολογίας | τερατολογιών |
| Αιτιατική | τερατολογία | τερατολογίες |
| Κλητική | τερατολογία | τερατολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →