Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τέρας

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ένζωος οργανισμός που έχει δυσμορφίες, που έχει ακανόνιστη σωματική διάπλαση Βικιλεξικό
  2. φανταστικό ζώο που δεν υπάρχει και είναι μεγάλο και τρομακτικό Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάκάτι πολύ υπερβολικό: Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάκάτι πολύ υπερβολικό: Βικιλεξικό
    • Τον καλό μας τον Κέρβερο ούτε στο μικρό του δαχτυλάκι δεν τον φτάνουν κάτι άλλοι Κέρβεροι, σύγχρονοι, κοστουμάτοι και αξιωματούχοι που ενώ δουλειά τους είναι η προστασία της κοινωνίας, καταλήγουν να φυλάνε τα ίδια τέρατα από τα οποία κινδυνεύουμε (Κέρβεροι που προστατεύουν τέρατα, arcadiaportal.gr, 2/12/2024 https://www.arcadiaportal.gr/news/kerveroi-poy-prostateyoyn-terata)
  5. μεταφορικάκάτι πολύ υπερβολικό: Βικιλεξικό
    • είναι τέρας ευφυΐας
  6. μεταφορικάκάτι πολύ υπερβολικό: Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τέρας < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τέρας :* για τη μεταφορική σημασία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική monstre

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτέραςτέρατα
Γενικήτέρατοςτεράτων
Αιτιατικήτέραςτέρατα
Κλητικήτέραςτέρατα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →