τέρας
•
- ένζωος οργανισμός που έχει δυσμορφίες, που έχει ακανόνιστη σωματική διάπλαση Βικιλεξικό
- φανταστικό ζώο που δεν υπάρχει και είναι μεγάλο και τρομακτικό Βικιλεξικό
- μεταφορικάκάτι πολύ υπερβολικό: Βικιλεξικό
- μεταφορικάκάτι πολύ υπερβολικό: Βικιλεξικό
- Τον καλό μας τον Κέρβερο ούτε στο μικρό του δαχτυλάκι δεν τον φτάνουν κάτι άλλοι Κέρβεροι, σύγχρονοι, κοστουμάτοι και αξιωματούχοι που ενώ δουλειά τους είναι η προστασία της κοινωνίας, καταλήγουν να φυλάνε τα ίδια τέρατα από τα οποία κινδυνεύουμε (Κέρβεροι που προστατεύουν τέρατα, arcadiaportal.gr, 2/12/2024 https://www.arcadiaportal.gr/news/kerveroi-poy-prostateyoyn-terata)
- μεταφορικάκάτι πολύ υπερβολικό: Βικιλεξικό
- είναι τέρας ευφυΐας
- μεταφορικάκάτι πολύ υπερβολικό: Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τέρας < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τέρας :* για τη μεταφορική σημασία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική monstre
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τέρας | τέρατα |
| Γενική | τέρατος | τεράτων |
| Αιτιατική | τέρας | τέρατα |
| Κλητική | τέρας | τέρατα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →