τερετίζω
•
- παράγω τερέτισμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τερετίζω < αρχαία ελληνική τερετίζω < (ηχομιμητική λέξη)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τερετίζω | τερετίζεις | τερετίζει | τερετίζουμε | τερετίζετε | τερετίζουν / τερετίζουνε |
| Παρατατικός | τερέτιζα | τερέτιζες | τερέτιζε | τερετίζαμε | τερετίζατε | τερέτιζαν / τερετίζαν / τερετίζανε |
| Αόριστος | τερέτισα | τερέτισες | τερέτισε | τερετίσαμε | τερετίσατε | τερέτισαν / τερετίσαν / τερετίσανε |
| Μέλλοντας | θα τερετίζω / θα τερετίσω | θα τερετίζεις / θα τερετίσεις | θα τερετίζει / θα τερετίσει | θα τερετίζουμε / θα τερετίσουμε | θα τερετίζετε / θα τερετίσετε | θα τερετίζουν / θα τερετίζουνε / θα τερετίσουν / θα τερετίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τερετίσει | έχεις τερετίσει | έχει τερετίσει | έχουμε τερετίσει | έχετε τερετίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τερετίσει | είχες τερετίσει | είχε τερετίσει | είχαμε τερετίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τερετίσει / να τερετίζω / να τερετίσω | να έχεις τερετίσει / να τερετίζεις / να τερετίσεις | να έχει τερετίσει / να τερετίζει / να τερετίσει | να έχουμε τερετίσει / να τερετίζουμε / να τερετίσουμε | να έχετε τερετίσει / να τερετίζετε / να τερετίσετε | να τερετίζουν / να τερετίζουνε / να τερετίσουν / να τερετίσουνε |
| Προστακτική | — | τερέτιζε / τερέτισε | — | — | τερετίζετε / τερετίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →