τιτιβίζω
•
- για πουλιάεκφέρω έναν σύντομο και χαρακτηριστικό ήχο Βικιλεξικό
- για ανθρώπουςεκφέρω φωνούλες σαν να ακούγεται τιτίβισμα Βικιλεξικό
- νεολογισμόςγράφω στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης Twitter Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τιτιβίζω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή τιττυβίζω με ορθογραφική απλοποίηση / τιτίζω < (ηχομιμητική λέξη)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τιτιβίζω | τιτιβίζεις | τιτιβίζει | τιτιβίζουμε | τιτιβίζετε | τιτιβίζουν / τιτιβίζουνε |
| Παρατατικός | τιτίβιζα | τιτίβιζες | τιτίβιζε | τιτιβίζαμε | τιτιβίζατε | τιτίβιζαν / τιτιβίζαν / τιτιβίζανε |
| Αόριστος | τιτίβισα | τιτίβισες | τιτίβισε | τιτιβίσαμε | τιτιβίσατε | τιτίβισαν / τιτιβίσαν / τιτιβίσανε |
| Μέλλοντας | θα τιτιβίζω / θα τιτιβίσω | θα τιτιβίζεις / θα τιτιβίσεις | θα τιτιβίζει / θα τιτιβίσει | θα τιτιβίζουμε / θα τιτιβίσουμε | θα τιτιβίζετε / θα τιτιβίσετε | θα τιτιβίζουν / θα τιτιβίζουνε / θα τιτιβίσουν / θα τιτιβίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τιτιβίσει | έχεις τιτιβίσει | έχει τιτιβίσει | έχουμε τιτιβίσει | έχετε τιτιβίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τιτιβίσει | είχες τιτιβίσει | είχε τιτιβίσει | είχαμε τιτιβίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τιτιβίσει / να τιτιβίζω / να τιτιβίσω | να έχεις τιτιβίσει / να τιτιβίζεις / να τιτιβίσεις | να έχει τιτιβίσει / να τιτιβίζει / να τιτιβίσει | να έχουμε τιτιβίσει / να τιτιβίζουμε / να τιτιβίσουμε | να έχετε τιτιβίσει / να τιτιβίζετε / να τιτιβίσετε | να τιτιβίζουν / να τιτιβίζουνε / να τιτιβίσουν / να τιτιβίσουνε |
| Προστακτική | — | τιτίβιζε / τιτίβισε | — | — | τιτιβίζετε / τιτιβίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →