τερματίζω
•
- δίνω τέλος σε κάτι, σταματώ, ολοκληρώνω Βικιλεξικό
- Πρέπει να τερματίσουμε τις διαδικασίες.
- φτάνω στο τέρμα μιας πορείας, ενός δρόμου Βικιλεξικό
- Ο μαραθωνοδρόμος μας τερμάτισε στην 7η θέση.
- τεχνολογίαβάζω ακροδέκτη σε ηλεκτρικό καλώδιο (ήχου, εικόνας, σύνδεσης συσκευών κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τερματίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή τερματίζω < αρχαία ελληνική τέρμα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *térmn̥ (τέρμα, όριο)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τερματίζω | τερματίζεις | τερματίζει | τερματίζουμε | τερματίζετε | τερματίζουν / τερματίζουνε |
| Παρατατικός | τερμάτιζα | τερμάτιζες | τερμάτιζε | τερματίζαμε | τερματίζατε | τερμάτιζαν / τερματίζαν / τερματίζανε |
| Αόριστος | τερμάτισα | τερμάτισες | τερμάτισε | τερματίσαμε | τερματίσατε | τερμάτισαν / τερματίσαν / τερματίσανε |
| Μέλλοντας | θα τερματίζω / θα τερματίσω | θα τερματίζεις / θα τερματίσεις | θα τερματίζει / θα τερματίσει | θα τερματίζουμε / θα τερματίσουμε | θα τερματίζετε / θα τερματίσετε | θα τερματίζουν / θα τερματίζουνε / θα τερματίσουν / θα τερματίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τερματίσει | έχεις τερματίσει | έχει τερματίσει | έχουμε τερματίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τερματίσει | είχες τερματίσει | είχε τερματίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τερματίσει / να τερματίζω / να τερματίσω | να έχεις τερματίσει / να τερματίζεις / να τερματίσεις | να έχει τερματίσει / να τερματίζει / να τερματίσει | να έχουμε τερματίσει / να τερματίζουμε / να τερματίσουμε | να τερματίζετε / να τερματίσετε | να τερματίζουν / να τερματίζουνε / να τερματίσουν / να τερματίσουνε |
| Προστακτική | — | τερμάτιζε / τερμάτισε | — | — | τερματίζετε / τερματίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
τερματίστηκατερματίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →