Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τερπνότητα

/teɾˈpnos/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοη ιδιότητα του τερπνού, το να είναι κάποιος ή κάτι τερπνό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τερπνότητα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή τερπνότης από την αιτιατική ενικού «τὴν τερπνότητα». Συγχρονικά αναλύεται σε τερπν(ός) + -ότητα.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτερπνότητατερπνότητες
Γενικήτερπνότηταςτερπνοτήτων
Αιτιατικήτερπνότητατερπνότητες
Κλητικήτερπνότητατερπνότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →