τέρπω
•
- διασκεδάζω, ευχαριστώ (κυρίως αισθητικά) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τέρπω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τέρπω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τέρπω | τέρπεις | τέρπει | τέρπουμε | τέρπετε | τέρπουν / τέρπουνε |
| Παρατατικός | έτερπα | έτερπες | έτερπε | τέρπαμε | τέρπατε | έτερπαν / τέρπαν / τέρπανε |
| Αόριστος | έτερψα | έτερψες | έτερψε | τέρψαμε | τέρψατε | έτερψαν / τέρψαν / τέρψανε |
| Μέλλοντας | θα τέρπω / θα τέρψω | θα τέρπεις / θα τέρψεις | θα τέρπει / θα τέρψει | θα τέρπουμε / θα τέρψουμε | θα τέρπετε / θα τέρψετε | θα τέρπουν / θα τέρπουνε / θα τέρψουν / θα τέρψουνε |
| Παρακείμενος | έχω τέρψει | έχεις τέρψει | έχει τέρψει | έχουμε τέρψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τέρψει | είχες τέρψει | είχε τέρψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τέρψει / να τέρπω / να τέρψω | να έχεις τέρψει / να τέρπεις / να τέρψεις | να έχει τέρψει / να τέρπει / να τέρψει | να έχουμε τέρψει / να τέρπουμε / να τέρψουμε | να τέρπετε / να τέρψετε | να τέρπουν / να τέρπουνε / να τέρψουν / να τέρψουνε |
| Προστακτική | — | τέρπε / τέρψε | — | — | τέρπετε / τέρψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →